Ο Μόνος που δεν αισθανόταν μόνος

«Μαμά,τι είναι αυτά τα μικρά φωτάκια εκεί πάνω;» ρώτησε ο μικρός Ανέστης με τη φαντασία του να οργιάζει. «Τα φώτα αυτά» απάντησε η μητέρα του,»είναι τα αστέρια«. Ο μικρός Ανέστης επεξεργάστηκε για δευτερόλεπτα την πληροφορία αυτή και επανήλθε με μία νέα ερώτηση. «Και σε τι χρησιμεύουν τα αστέρια;» είπε, και τα μάτια του αποτύπωναν την απορία που τον περιέβαλλε τη στιγμή εκείνη…
  Η μητέρα του κοντοστάθηκε για λίγο κι έπειτα προσπάθησε να βρει κάτι ευκολονόητο για να απαντήσει στον κατα τ΄άλλα εφτάχρονο γιο της. «Τ΄αστέρια υπάρχουν για να μας κρατούν συντροφιά και να φωτίζουν τις πιο σκοτεινές μας νύχτες» είπε, και άρχισε να απομακρύνεται. «Μα στον κόσμο μας κάθε μέρα είναι σκοτεινή...» φώναξε ο Ανέστης. Η μητέρα του γύρισε, ή τουλάχιστον έτσι θα ‘κανε, αν είχε κάτι να πει, αν είχε μία ξεκάθαρη απάντηση να δώσει στον μικρό μπόμπιρα που την κοίταζε με τα πελώρια πράσινά του μάτια, και αποχώρησε.

Ο μικρός Ανέστης από τότε πήγαινε συχνά στον βράχο της Φιλίας. Ήταν ένας βράχος τον οποίο ονόμασε έτσι, διότι από ‘κει έβλεπε τ΄αστέρια, τους μοναδικούς του φίλους. Μιλούσαν για τα πάντα μαζί… Συνήθως μάλιστα ο Ανέστης τα έβλεπε να μετακινούνται, πιθανότατα απ΄την χαρά τους, για την εκάστοτε συζήτησή τους, κι όλα κυλούσαν ομαλά…

Ώσπου μια μέρα, μια σκοτεινή μέρα σαν όλες τις άλλες, καθώς ήταν ξαπλωμένος στον βράχο της Φιλίας, διέκρινε αμυδρά ένα περίεργο αστέρι.

  Δεν ήταν όμως σαν όλα τα υπόλοιπα – εξέπεμπε κάτι το διαφορετικό! Αυτό ενθουσίασε τον Ανέστη. Αμέσως αυτός τέντωσε τις κεραίες του και εντόπισε κάποια ηχητικά κύματα. Ξαφνικά ο εγκέφαλος του γέμισε από παιδικές φωνές, ενήλικες φωνές, θορύβους και μουσικές, γέλια και κλάματα. «Το ‘ξερα!»,είπε ουρλιάζοντας από ευτυχία…»Το ξερα,ότι δεν είμαστε μόνοι!». Η πρώτη του σκέψη ήταν να ειδοποιήσει την μητέρα του. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήθελε πολύ να αποδείξει σε αυτήν και τον πατέρα του πως δεν ήταν μόνοι, και για πρώτη φορά στη ζωή του συνειδητοποίησε πως ήταν σχεδόν ευτυχισμένος.
«Μαμά,μαμά!»,φώναξε λαχανιασμένος απ΄την διαδρομή. «Δεν είμαστε μόνοι μας!»,είπε γεμάτος ενθουσιασμό. Ο πατέρας του κοίταξε τη μητέρα του με απορία, μα και απογοήτευση και την παρότρυνε με ένα νόημα να του εξηγήσει.
«Χρυσό μου«, του είπε στοργικά, «πρέπει να καταλάβεις, πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο πέρα από αυτό το οποίο βρισκόμαστε και απλόχερα σου έχουμε προσφέρει μέχρι τώρα«.
«Μα, μαμά, το άκουσα…στο βράχο της Φιλίας!»,είπε παραπονεμένα ο Ανέστης. «Που;«,αναρωτήθηκε η μητέρα του.
«Στο βράχο της Φιλίας, εκεί που μιλάμε με τους φίλους μου τ΄αστέρια«, εξήγησε ο μικρός έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι η μητέρα του ίσως και να μην τον πίστευε. Αυτή απ΄την μεριά της, χαμογέλασε καλοσυνάτα, σαν να καταλάβαινε απόλυτα τι συνέβαινε και αποφάσισε να παίξει και αυτή το παιχνίδι.. «Ξέρεις κάτι;»,του είπε αμέσως, «Θέλω να με πας στον βράχο της Φιλίας….εκεί που λες ότι άκουσες τους ήχους«. Ο Ανέστης ενθουσιάστηκε με την ιδέα, την έπιασε από το χέρι και άρχισε να την κατευθύνει προς τον βράχο αυτο.
Μετά από λίγη ώρα έφτασαν και ο Ανέστης έδειξε στη μητέρα του που περίπου βρισκόταν εκείνο το αστέρι, όμως τίποτα… Δεν φαινόταν τίποτα. «Πως είναι δυνατόν«αναρωτήθηκε ο Ανέστης. Η μητέρα του τον άγγιξε με κατανόηση και του ζήτησε να γυρίσουν σπίτι. Ο Ανέστης βούρκωσε για λίγο, μα δεν θα το έβαζε κάτω τόσο εύκολα… «Περίμενε» της είπε, «τέντωσε τις κεραίες σου! Άκου, σε παρακαλώ…έστω για λίγο,άκου!». Η μητέρα του βλέποντάς τον απογοητευμένο, τέντωσε τις κεραίες της. Προσπάθησε να ακούσει κάτι, ειλικρινά προσπάθησε, μα τίποτα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και δεν χρειαζόταν να ειπωθεί κάτι άλλο. Ο Ανέστης απομακρύνθηκε πρώτος. Όταν πήγε να φύγει κι η μητέρα του, κάτι εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Λογικά δεν θα ‘ταν κάτι το σπουδαίο. Μια απλή λάμψη θα ταν μόνο
Vanishing Traces

«Ανέστη,ξύπνα,ήρθε το σχολικό!» φώναξε απ΄τον πρώτο όροφο η μητέρα του δεκάχρονου πιτσιρικά που ήταν κουρασμένος απ΄την χθεσινή προπόνηση στο κολυμβητήριο. «Καλάαα,κατεβαίνω» απάντησε ξεψυχησμένα αυτός, και ξεκίνησε για άλλη μια ανιαρή, ίδια, κενή μέρα στο σχολειό. Στο σχολικό δεν μίλαγε σε κανέναν. Όλα τα παιδιά φώναζαν, γέλαγαν, έπαιζαν… Όμως σ΄αυτόν άρεσε να χαζεύει έξω απ΄το παράθυρο και να κοιτά τον ουρανό. Ήθελε να ρθει το βράδυ. Ήξερε πως μόνο εκείνες τις ώρες επικρατεί ηρεμία, και η μέρα θα περνούσε γρήγορα, και φυσικά, ανούσια.  Βράδιασε. Ο Ανέστης είχε φάει, είχε διαβάσει και ξεκουραζόταν. Τα έκανε όλα τόσο γρήγορα, γιατί πολύ απλά δεν έκανε και οτιδήποτε αλλό. Πήγε και στάθηκε στο αγαπημένο του σημείο σε όλο το σπίτι, στο παράθυρό του. Έστρεψε το κεφάλι του προς τα αστέρια. Όταν ήταν μικρότερος, η μητέρα του, του είχε πει ότι τ΄αστέρια είναι οι κατοικίες αυτών που φεύγουν απ΄τη γη…του παππού του, της προγιαγιάς του,του θείου του. «Βλακείες» σκεφτόταν, μα καταβάθος ευχόταν να είχε άδικο. Κι ήθελε πολύ να μάθει τι υπάρχει εκεί πάνω, γιατί εδω κάτω ένιωθε πολύ μόνος. Νύσταξε, και για κάποια στιγμή νόμισε ότι είδε κάτι από ψηλά. «Κάποιο αστέρι θα έπεσε«,σκέφτηκε,»ας κάνω μια ευχή«. ‘

Εκλεισε τα μάτια του, μα ήταν πολύ κουρασμένος και δεν άντεξε…
Αποκοιμήθηκε στο παράθυρο και ονειρεύτηκε πως δεν είναι ο μόνος που αισθανόταν…μόνος…
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s