Το Κόκκινο Φουλάρι

        

river-lead

 Ήτανε πιτσιρικάκι δέκα χρονών. Γυρνοβολούσε στο χωριό μ΄ένα ποδήλατο , που παραήταν μεγάλο για τα κυβικά του , και κολλούσε πάντα ένα μπουκάλι ανάμεσα στην πίσω ρόδα και το σώμα του ποδηλάτου για να του δίνει την ψευδαίσθηση της εξάτμισης μιας μηχανής. Μπορούσε , όμως , να το κουμαντάρει αριστοτεχνικά σε χώμα και σε άσφαλτο – όπου , βέβαια , υπήρχε άσφαλτος – και προκαλούσε διαρκώς τους λίγο πιο μεγάλους πιτσιρικάδες σε κόντρες , βρίζοντας ή φτύνοντας τους… Ή και τα δυο….

Όπως κάθε γιαγιά που σέβεται τον εαυτό της , έτσι κι η κυρα – Δήμητρα τον κατσάδιαζε που έτρεχε σαν τον διάολο πέρα δώθε , μα δεν μπόρεσε ποτέ να του κάνει πάνω από δύο επιπλήξεις. Ο μικρός έφτανε μέχρι το ποτάμι στην άλλη άκρη του χωριού  * του άρεσε να χαζεύει τις πέτρες μέσα απ΄τα νερά του , να ακούει τα φύλλα να του γαργαλάνε τα τύμπανα , κάθε φορά που τύχαινε να φυσήξει λίγο. Κι η κυρα – Δήμητρα ανησυχούσε , γιατί τον μεγάλωνε μόνη της , γιατι δεν θ ΄άντεχε άλλη απώλεια , γιατί ήταν το μοναδικό πράγμα που την κρατούσε στη ζωή…

Όταν επέστρεφε λασπωμένος απ΄το ποτάμι και καθόταν στο τραπέζι για να φάνε οι δυο τους , την κυρα – Δήμητρα δεν ένοιαζαν ούτε τα «χώματα» που έφερνε στο σπίτι με τα παπούτσια του , ούτε η λερωμένη του μπλούζα που δεν θα καθάριζε με «καμιά κυβέρνηση» όπως έλεγε , ούτε καν το ότι βρωμοκοπούσε από πάνω μέχρι κάτω. Την ένοιαζε , μόνο , το καλό της το φουλάρι …

   Το ΄χε δεμένο στην καρέκλα του τραπεζιού που καθόταν. Να το χει έτοιμο ….Αν χτυπούσε η πόρτα ξαφνικά , έπρεπε κάτι να βάλει άμεσα , κάτι που θα την έκανε να μην μοιάζει απεριποίητη. Κι ο μικρός την προκαλούσε μονίμως… Πλησίαζε την καρέκλα της και κούναγε τα βρώμικα χέρια του γύρω απ΄ το φουλάρι , χασκογελώντας υστερικά * τρελαινόταν να την βλέπει να στριγγλίζει με μανία για ένα απλό , κόκκινο φουλάρι….    

Σ΄ ένα ξύλινο σπιτάκι κοντά στην εκκλησία του χωριού , έμενε το μόνο πλάσμα που μπορούσε να τον σηκώσει σούζα – πέρα απ΄το ποδήλατό του. Την χάζευε κρυφά , κάθε Κυριακή μεσημέρι , όταν όλοι επέστρεφαν απ΄την Λειτουργία , κι αυτή καθόταν , μόνη , σαν κάτι να την προβλημάτιζε , με τον ήλιο να την χτυπάει και να την κάνει ακόμη πιο φωτεινή παρουσία απ ΄ ότι ήταν συνήθως. Η κυρα – Δήμητρα είχε τσακωθεί με την μάνα της κι έτσι δεν μπορούσε να την βλέπει πια τόσο συχνά. Ότι του ΄χε απομείνει ήταν αυτά τα Κυριακάτικα μεσημέρια…

Αυτό που του φαινόταν πιο αλλόκοτο απ΄ όλα ήταν πως έμοιαζαν πολύ. Ούτε εκείνη μιλούσε στα υπόλοιπα παιδιά , όπως ακριβώς κι αυτός …. Μάλλον δεν θα τα χώνευε …. Όπως ακριβώς κι αυτός …. Μάλλον θα προτιμούσε να μένει μόνη …. Όπως ακριβώς κι αυτός ….

Ανώφελα προσπαθούσε μερικές φορές να της μιλήσει . Την χαιρετούσε από μακριά , όποτε την πετύχαινε με την μάνα της στην εκκλησία , κι εκείνη ανταπέδιδε τον χαιρετισμό μ ΄ ένα χαμόγελο. Όμως ποτέ δεν είχε ακούσει την φωνή της….

Μόλις είχαν τελιώσει το μεσημεριανό και η κυρα – Δήμητρα είχε ξαπλώσει εξουθενωμένη , ίσα ίσα να κλείσει τα μάτια της για λίγο. Του ΄χε πει να διαβάσει , κι αν ήθελε βοήθεια ας την ξυπνούσε…Εκείνος , όμως , ασφυκτιούσε μες στο σπίτι . Πλησίασε την πόρτα στις μύτες των ποδιών , μην τον ακούσει και του βάλει τις φωνές. Με το που έπιασε το πόμολο , αυτό έτριξε μες στη μεσημεριανή αδράνεια και η κυρα – Δήμητρα πετάχτηκε! Φώναζε δυνατά , κάτι λέξεις ξέχωρες έφτασαν στ ΄ αυτιά του όπως «διάβασμα» , «λυπάσαι» , αλλά δεν έδωσε σημασία . Είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά …..

Πέταξε το ποδήλατο με δύναμη στην άκρη του ποταμού , σαν να μην τον ενδιέφερε αν θα σπαγε στην πρόσκρουση. Αισθανόταν μια απίστευτη ευφορία που είχε απαλλαγεί έστω και για λίγες μόνο ώρες απ ΄το διάβασμα και έβγαλε τα παπούτσια του για να βρέξει τα πόδια του κι ας ήταν Νοέμβρης μήνας . Και δεν βρισκόταν κανείς άλλος κοντά του για να του χαλάσει την στιγμή …

Ώσπου , κάτι  , βίαια , έσπασε τη σιωπή .

Στην αρχή νόμιζε πως ήταν κάποιο άγριο ζώο . Παρατήρησε μια κινητικότητα στην απέναντι πλευρά και σκαρφάλωσε σ ΄ ένα μικρό δέντρο για να δει τι ήταν . Έτρεμε στην ιδέα να ΄ναι κάποιο ζώο , πιο γρήγορο απ΄το ποδήλατό του . Ούτε απ ΄ το δέντρο όμως μπόρεσε να δει κάτι . Και τότε άρχισε να ακούει . Κάποιες άναρθρες κραύγες , μάλλον ανθρώπινες . Ήταν μια παιδική φωνή . Τα χέρια του δεν μπορούσαν πια να τον κρατήσουν στο δέντρο . Πήδηξε κάτω άγαρμπα και γρατζούνισε το γυμνό του πόδι σ΄ένα κλαρί .

 » Σκάσε ! « ,  φώναξε ένας άνδρας κι η φωνή του ήταν γνώριμη . Πρέπει να ΄ταν δύο άνθρωποι . Δύο άνθρωποι που πάλευαν , ο ένας με τον άλλον , και πιθανότατα άνισα . Η ανάσα του βάραινε αλλά ήθελε να δει τι συμβαίνει . Δεν χρειάστηκε όμως να προσπαθήσει περισσότερο . Τα σώματα μετακινήθηκαν …Και πλέον μπορούσε να δει καθαρά …

Ο νεαρός παπάς του χωριού έσερνε απ ΄ τα χέρια το πλασματάκι , το οποίο σπάραζε , γυμνό , στην προσπάθεια του να ξεφύγει . Λαχανιασμένος και ιδρωμένος μουρμούραγε και προσπαθούσε να της κλείσει το στόμα. » Είπα ΒΟΥΛΩΣΤΟ ! « , ούρλιαξε και την χτύπησε με τη γροθιά του στο κεφάλι …. Κι εκείνη έπεσε κάτω και δεν κουνιόταν . Αυτός σαν να ανακουφίστηκε και κοίταξε στιγμιαία αριστερά και δεξιά , πρόχειρα , πείθοντας τον εαυτό του ότι δεν τον έβλεπε κανείς . Και για τον μικρό τα πάντα θόλωσαν . Και ούτε κι αυτός δεν κατάλαβε πότε το ΄βαλε στα πόδια , χωρίς παπούτσια , χωρίς ποδήλατο , χωρίς αθωότητα … 

Το βλέμμα του  σιγά σιγά ξεθώριαζε…Ένας μεσήλικας άνδρας με ένα γκρι σακάκι έσκυβε από πάνω του και του μίλαγε έντονα και επικριτικά , μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγε . Δίπλα του ένας άλλος άνδρας με ένα λευκό περιλαίμιο τον ακούμπαγε στον ώμο και του φαινόταν να του μιλάει στοργικά . Ο άνδρας με το γκρι σακάκι ρώτησε κάτι μια γυναίκα που στεκόταν στο βάθος του δωματίου . Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά . » Θέλουν να ξέρουν αν μετανιώνεις γι ΄ αυτά που έκανες » , του είπε ψυχρά .

» ‘Επρεπε να βλέπατε πως έλαμπαν τα μάτια της όταν το τύλιγε γύρω απ ΄το λαιμό της … « , ξεστόμισε άψυχα αυτός και έξυσε το μουσάκι στο πηγούνι του . Η γυναίκα το μετέφερε στον άνδρα με το γκρι σακάκι κι αυτός σαν να εκνευρίστηκε απ ΄την απάντηση . Ο άλλος άνδρας που καθόταν δίπλα του κατέβασε το κεφάλι απογοητευμένος .

 » Δεν θυμάσαι ότι του το τύλιξες εσύ ? Το τύλιξες γύρω απ΄ το λαιμό του ώσπου τον έπνιξες με αυτό…», φώναξε η γυναίκα πλησιάζοντάς τον .

 » Σας παρακαλώ πολύ μην το χάσετε , το αγαπούσε πολύ « , απάντησε αυτός και την κοίταξε μες στα μάτια. Τότε ο άνδρας με το γκρι σακάκι βγήκε για λίγο έξω και επέστρεψε με δύο ένστολους . Τους είπε κάτι επιτακτικά , σαν διαταγή . Και καθώς τον οδηγούσαν έξω απ ΄ το δωμάτιο σκέφτηκε πόσο πιο ασφαλής θα ΄ταν ο κόσμος για την κόρη του , τώρα που δεν θα κυκλοφορούσε ένα κάθαρμα σαν κι αυτόν εκεί έξω….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s