Καφές Στο Μπιστρό

bistro chairs article

Ο στοχαστής Α και ο στοχαστής Β έπιναν τον καθημερινό καφέ τους στο αγαπημένο τους στέκι.

«Αυτός ο καφές είναι σκέτη απόλαυση…» , είπε. «Και δεν είμαι υποχρεωμένος να κάνω τίποτα ως αντάλλαγμα…»

Ο στοχαστής Β σήκωσε το βλέμμα του απ΄το βιβλίο που διάβαζε εκείνη την ημέρα και ευθύς αμέσως απάντησε με φυσικότητα.

«Το χρήμα φίλε μου…Αυτό ζητάει ο καφές…Αν το έχεις τον απολαμβάνεις, αν όχι, λυπάμαι…»

«Ναι, αλλά τι έιναι το χρήμα αγαπητε;» , ρώτησε ο στοχαστής Α, για να τοποθετηθεί τελικά ο ίδιος. «Είναι μια κοινωνική σύμβαση που έκαναν οι άνθρωποι για να διαχειρίζονται, να ανταλάσσουν και εν τέλει να καταναλώνουν ισάξια τα αγαθά αυτού του κόσμου«.

Ο στοχαστής Β ανασκουμπώθηκε, σχεδόν ενοχλημένος.

«Φοβάμαι πως κάνεις λάθος. Το χρήμα είναι μια μορφή εκμετάλλευσης αυτών που έχουν πολλά, εις βάρος αυτών που έχουν λίγα…«, είπε κι έκατσε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα, ικανοποιημένος απ΄την πρότασή του.

«Και τί σημαίνει πολλά για σένα; Το να έχεις φέρ’ ειπείν περισσότερα αγαθά, το να έχεις επιτυχία και καταξίωση ή μήπως απλά το να έχεις χρήματα; » ,ρώτησε ο στοχαστής Α κι αυτή τη φόρα, πράγματι περίμενε μια απάντηση απ΄τον συνομιλητή του.

«Προς Θεού, φίλτατε, μακριά από εμάς η επιτυχία και η καταξίωση. Είμαστε πολύ μικροί γι΄αυτά. Όσο μικρότερος κάνεις επιτυχία, τόσο πιο εύκολα φθάνεις στον κορεσμό. Διότι είμαστε άνθρωποι και έχουμε όρια. Κι όσο πιο νεαρός πετύχεις, τόσο πιο ακατόρθωτο γίνεται να θέτεις νέους στόχους μεγαλώνοντας«.

Ο στοχαστής Α δεν έμεινε ευχαριστημένος απ΄την απάντηση του στοχαστή Β, όμως γέλασε κι επιχείρησε να του κάνει ένα πειραγματάκι.

«Πολύ απαισιόδοξος μου φαίνεσαι αγαπητέ. Πρέπει να ελαττώσεις τον Σοπενχάουερ «, είπε και ξεκαρδίστηκε μόνος του. Ο στοχαστής Β δεν βρήκε το πειραγματάκι ιδιαίτερα αστείο και ξίνισε λίγο.

«Το ότι η πραγματικότητα αδικεί την όρεξή μας για ζωή δεν με καθιστά απαραίτητα απαισιόδοξο «, αποκρίθηκε τελικά.

«Η πραγματικότητα αποτελεί όλα αυτά που βλέπουμε και βιώνουμε. Θεωρώ πως είμαστε όλοι λίγο,πολύ σε θέση να ρυθμίσουμε το πως θα αντιμετωπίζουμε τις εμπειρίες μας «, τοποθετήθηκε ο στοχαστής Α.

«Για παράδειγμα «, συνέχισε, « έστω ότι βρίσκεσαι σε μιαν έρημο. Χωρίς τροφή, νερό και πιθανότητα επικοινωνίας, μόνος , εσύ και οι επιλογές σου. Ο ήλιος σε καίει και σχεδόν κάθε βράδυ ξεσπούν καταιγίδες και αμμοθύελλες που δυσχεραίνουν την κατάστασή σου ολοένα και περισσότερο. Τι κάνεις; Πως αντιδράς ; «

«Κρεμιέμαι από ένα δέντρο με την γραβάτα μου… «, απάντησε ο στοχαστής Β.

« Έστω ότι δεν υπάρχουν ούτε δέντρα, ούτε φοίνικες και φοράς απλά ένα πουκάμισο…» , του ξεκαθάρισε ο στοχαστής Α. « Προσπάθησε καλύτερα…»

«Ε, περπατάω έως ότου εξαντληθώ…Ίσως ζητήσω καταφύγιο σε κάποιον Θεό, ίσως βάλω τα κλάματα, ίσως να ευχόμουν να ΄σουν κι εσύ εκεί για να ΄χω να φάω κάτι και να κρατηθώ δυο, τρεις μέρες παραπάνω…«, είπε ο στοχαστής Β και αυτή του η ατάκα του έφτιαξε λίγο τη διάθεση.

«Πολύ αστείο «, είπε σαρκαστικά ο στοχαστής Α.

» Η λύση είναι μία. Θα πρέπει να αναλογιστείς όλες τις όμορφες στιγμές που έζησες, τις χαρές και τα γέλια, τις συζητήσεις μας, τους φίλους και τους συγγενείς σου, αυτό τον ωραίο καφέ«.

«Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι τότε δεν θα ψάχνω ακόμη πιο μανιωδώς μια γραβάτα κι ένα δέντρο ; Πως ακριβώς θα με γλιτώσουν όλα αυτά απ΄την έρημο ; «, ρώτησε απαξιωτικά ο στοχαστής Β.

«Δεν θα σε γλιτώσουν…Άλλα έστω και στην ύστατη στιγμή σου, πρέπει να μάθεις να συμπεριφέρεσαι θετικά στη ζωή, για να σου συμπεριφερθεί θετικά κι εκείνη «, του απάντησε ο στοχαστής Α. 

«Δηλαδή η ζωή είναι τράπεζα που σου δανείζει στιγμές με κάποιο αντίστοιχο επιτόκιο…Αυτό μου λες…«, είπε ο στοχαστής Β.

» Όχι, αγαπητέ… Η ζωή είναι μια ζυγαριά που γέρνει προς την ευτυχία ή την δυστυχία, ανάλογα με το που βάζουμε το βαρίδι εμείς οι ίδιοι…«, αποκρίθηκε ο στοχαστής Α κι έφαγε μια κουταλία απ΄το γλυκό βύσσινο που συνόδευε τον καφέ.

«Εγώ θεωρώ πως αυτή η ζυγαριά, είτε το θέλουμε, είτε όχι, διατηρείται σε μια μόνιμη ισορροπία απο μόνη της. Κι έτσι πρέπει να είναι. Για κάθε ποσοστό ευτυχίας που βιώνουμε στην ζωή μας, υπάρχει κι ένα ισόποσο δυστυχίας. Για όλα τα καλά, για να το θέσω χονδρικά, θα εμφανιστούν άλλα τόσα κακά…«, κατέληξε ο στοχαστής Β.

«Και γιατί εγώ δηλώνω μόνιμα ευτυχής;» ,ρώτησε ο στοχαστής Α σε μια απόπειρά του να τον παγιδεύσει.

«Εσύ μπορείς να δηλώνεις ότι θες αγαπητέ! Στην Ελλάδα ζούμε! Ότι δηλώνεις είσαι…«, απάντησε ο στοχαστής Β.

«Δεν είσαι ικανός να ορίζεις καν την ευτυχία! Δεν δέχομαι, λοιπόν, κριτική στους δικούς μου ορισμούς από σένα! «, είπε έντονα ο στοχαστής Α. 

«Απορώ πως έγραψες τόσα βιβλία! Η σκέψη σου δεν απέχει πολύ απ΄αυτήν ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού! Μάλιστα, τώρα αναρωτιέμαι πως συζητάω μαζί σου τόσο καιρό! «, φώναξε ο στοχαστής Β.

«Αρκετά!!! Δεν θα δεχτώ άλλες προσβολές από έναν ψευτο-σκεπτικιστή που έχει ως βιτρίνα τον ρεαλισμό για να μυξοκλαίει!!! «, ούρλιαξε ο στοχαστής Α και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι χύνοντας λίγο καφέ.

«Ούτε εγώ, από έναν δήθεν στοχαστή που μου βάζει δήθεν πρακτικούς προβληματισμούς για να με βάλει σε ένα ακόμη πιο δήθεν αδιέξοδο! Σου εύχομαι να βρεθείς υπό τις συνθήκες του παραδείγματός σου, και να ψάχνεις φοίνικα να κρεμαστείς!!! «, έσκουξε ο στοχαστής Β.

 

 

 

Τότε ο στοχαστής Γ, που είχε ακούσει όλη αυτή τη δίχως συνοχή και νόημα συζήτηση, τους φύτεψε δυο σφαίρες στο κεφάλι, γιατί δεν είχε ξυπνήσει καλά και ο καφές ήταν πραγματικά άθλιος…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s