Oξυγονοχρέωση

The Rain Room Is Unveiled At The Curve Inside The Barbican Centre

«Χρωστάμε όλοι λίγο οξυγόνο στον εαυτό μας»,είπε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

Οι κόρες των ματιών του συστέλλονταν και διαστέλλονταν ανά άτακτα χρονικά διαστήματα όπως γούσταραν. Μα εκείνος αισθανόταν μια αηδιαστική νηφαλιότητα, η οποία λίγο πολύ, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει σε κατάντια απ΄τις συνέπειες που επέρχονταν απ΄τα όποια άσκοπα ξενύχτια στο παρελθόν.

Τέντωσε τα χέρια του προς το ταβάνι και ανακουφίστηκε προσωρινά.Βγήκε στο μπαλκόνι και χάζεψε λίγο.Το κρύο του έγδερνε την μούρη,αλλά είχε φάση.Μετά χάζεψε πολύ…

Για πρώτη φορά μετά από καιρό αισθανόταν να πατάει για τα καλά στα πόδια του.Είχαν περάσει τρία χρόνια από τότε-αλήθεια,πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος όσο μεγαλώνεις και πόσο ψέμα είναι το ότι επουλώνει τις πληγές.

Θυμόταν ακόμα την βροχή που έπεφτε με βία στα μαλλιά του εκείνο το βράδυ και τα νερά που μοναχός του «έμπασε» στο εσωτερικό του αμαξιού του,όταν μπήκε τελικά μέσα για να γυρίσει σπίτι.Θα μπορούσε να συνεχίσει την βόλτα με τα παιδιά.Αλλά όχι,δεν έπρεπε…Είχε ήδη πιει πολύ…

Χασμουρήθηκε άτσαλα και τον «διέκοψαν» οι καμπάνες της διπλανής εκκλησίας που χτυπούσαν,αυτή τη φορά όχι γι΄αυτόν,μα πιθανότατα για τις αγέλες γιαγιάδων που κατευθύνονταν προς αυτήν.Το κρύο ήταν μεν ανεκτό,όμως ο οξύς ήχος της καμπάνας έμοιαζε με Κινέζικο βασανιστήριο οπότε επέστρεψε μέσα.Και τα αυτιά του εξακολουθούσαν να βουίζουν απ΄τους χτύπους.

Έτσι όπως βούιζε τότε το ραδιόφωνο,με τους υαλοκαθαριστήρες να βαράνε κόφτες και τα μουσκεμένα,σε όλα τα μήκη και τα πλάτη τους,παπούτσια του να γλιστράνε κάθε φορά που πάταγε τα πεντάλ.Λένε πως όταν σου λείπει μια αίσθηση,οι υπόλοιπες οργιάζουν και αντισταθμίζουν την εκλιπούσα.Στην περίπτωσή του,παρ΄όλα αυτά,η έλλειψη ακοής ήταν προσωρινή,επομένως δεν σωζόταν το ότι ούτε η όρασή του ήταν ικανοποιητική,ούτε και τ΄αντανακλαστικά του αυξημένα.Κι όταν άκουσε τον γδούπο στο παρμπρίζ νόμιζε πως απλά είχε περάσει από κάποια επικίνδυνη λακούβα…Ή τουλάχιστον έτσι ήλπιζε…

Περιπλανήθηκε μες στα δωμάτια της μεζονέτας του,λες και τ΄ αντίκριζε για πρώτη φορά.Την έβλεπε παντού,ακόμη κι αν δεν είχε τύχει ποτέ να τον επισκεφτεί.Άκουγε την ανάσα της ν΄αντηχεί ρυθμικά και προσευχόταν ο ρυθμός αυτός να είχε επιταχύνει και να μην είχε πάψει ποτέ.

Πρώτα άναψε τα αλάρμ και καβάλησε το μικρό πεζοδρόμιο στην άκρη της λεωφόρου.Μετά κατέβηκε για να δει τι είχε συμβεί.Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα,ευχόταν να είχε συνεχίσει την βόλτα με την παρέα του.Είδε μια γυναικεία μορφή να κείτεται στην μέση του δρόμου,τα πάντα σταμάτησαν και αδυνατούσε να πάρει η ανάσα.Η βροχή πλέον δεν τον ένοιαζε.

Αυτό που τον κινητοποίησε ήταν τα φώτα που είδε απ΄το βάθος του δρόμου να πλησιάζουν το σημείο που βρισκόταν εκείνος.Έκατσε στη μέση,ουρλιάζοντας με όση φωνή μπορούσε να βγάλει και κουνούσε τα χέρια του έντονα,χοροπηδώντας πάνω κάτω κάθε φορά που τα άνοιγε.Κι όταν το αμάξι σταμάτησε,έκατσε στο πεζοδρόμιο,με το κεφάλι κατεβασμένο,χωρίς να απαντάει σε καμία απ΄τις ερωτήσεις του περαστικού οδηγού,περιμένοντας να βραχεί μέχρι και η τελευταία σπιθαμή του κορμιού του,μήπως και έτσι ξεπλυθεί. 

Του είπαν πως είχαν βρει σημείωμα που αποδείκνυε αυτοχειρία.Του είπαν πως είχε οικονομικά προβλήματα και χρέη,πρόσφατα απολυμένη και πολύτεκνη,χωρίς σύζυγο.Του είπαν ότι στη θέση του θα μπορούσαν να ΄ταν το επόμενο διερχόμενο όχημα.

Του είπαν πως δεν έφταιγε αυτός.Πως δεν θα ΄πρεπε να γυρίζει στο μυαλό του.Δεν του εξήγησαν,όμως, ποτέ πως και γιατί την σκαπούλαρε απ΄τα αποτελέσματα του αλκοτέστ.

Και πως θα ζούσε από εδώ και πέρα…

Την είχε επισκεφτεί πολλές φορές όσο ήταν σε κώμα.Λίγες βδομάδες και πολλά μπουκάλια αργότερα,εκείνη έφυγε και όποια ελπίδα είχε για να εξιλεωθεί έσβησε αυτόματα.Πέφτοντας οικειοθελώς,μαζί με την δικιά της ζωή,αφαίρεσε και την δική του.Ευχόταν να ΄χε προλάβει μόνο να της μιλήσει,να την ακούσει,να την βοηθήσει να λύσει τα προβλήματα της.Κι όχι να την βοηθήσει να φύγει…

Δεν θυμόταν να ΄χε νοιαστεί άνθρωπο περισσότερο…

rainbow_elm_tree

Στάθηκε μπροστά απ΄το ράφι με τα ποτά του.Ήθελε να τ΄αρπάξει όλα,να τα «εξαφανίσει» μέσα του,μήπως κι έτσι τον πιάσει μια πιο βιολογική και όχι τόσο πνευματική ζαλάδα.Μα προς μεγάλη του έκπληξη,το χέρι του πήγε αυτόματα στο παλτό του.Έπειτα στα κλειδιά του.Τα πόδια του τον οδήγησαν στην πόρτα.Και το ταξί στην πιάτσα,εκεί που κοιμόταν πλέον εκείνη.

Ίσα που πρόλαβε να μπει στο έρημο νεκροταφείο,αφού παρακάλεσε την φύλακα μ΄ένα πλατύ χαμόγελο.Της υποσχέθηκε πως δεν θ΄αργούσε πολύ.Κι έτσι ήταν.Ήξερε πια τι ήθελε να της πει.Κι ήταν τόσο απλό τελικά,όσο η ίδια η ζωή όταν την βλέπεις έτσι.

«Συγγνώμη που ήρθα με άδεια χέρια»,της είπε κοιτώντας την φωτογραφία της.Έμοιαζε ευτυχισμένη σε αυτήν και για λίγο θύμωσε που κάποιος δεν της την είχε δείξει ώστε να καταλάβει ότι θα ξαναγινόταν κάποια μέρα.Ότι η θλίψη είναι σαν την ευτυχία.Έρχεται και φεύγει,για να μην βαριέσαι.

«Ήθελα να σου πω,πως είχες άδικο…Και πως αν συνεχίσω έτσι θα ΄χω άδικο και ‘γω.Και εγώ δεν θέλω να αδικώ κανέναν,αλλά κυρίως,εμένα τον ίδιο.Αυτά…Ξεκουράσου…»,έκανε και ξεκίνησε προς την έξοδο,όμως κοντοστάθηκε σαν να νόμισε πως δεν ήταν ξεκάθαρος.Πήρε μια βαθιά ανάσα,σκέφτηκε ότι αγαπάει περισσότερο στον κόσμο και εν τέλει της εξήγησε πως…

«Αν υπάρχει ένα άτομο στο οποίο δεν πρέπει να χρωστάς όταν φύγεις,αυτό είναι ο εαυτός σου…»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s