Η 16η Μέρα

dekati

 

Τα μάτια του έκλειναν μα έπρεπε να κρατηθεί ξύπνιος. 

Θυμόταν ακόμη τις ανάσες που είχε ακούσει πάλι τρεις ώρες πριν πίσω απ΄τα δέντρα και τον έλουζε κρύος ιδρώτας όποτε του πέρναγε απ΄το μυαλό πως θα επέστρεφαν.

Στην αρχή είχε πιστέψει πως ήταν η σωτηρία του.Λίγο η κούραση,λίγο οι ελάχιστες εναπομείνασες τότε σταγόνες ελπίδας,έφεραν στ΄αυτιά του ανάσες ανθρώπινες και πραγματικά ανακουφίστηκε,έστω και για εκείνα τα αόριστα δευτερόλεπτα.Όμως οι ανάσες έγιναν βρυχηθμοί κι οι βρυχηθμοί υπόκωφα ουρλιαχτά,και δεν ήταν ζώου,σίγουρα όχι λύκου ή τέλοσπάντων κάποιου πλάσματος που γνώριζε.

Έστρεψε το βλέμμα του προς τον ουρανό,ευδιάκριτος μόνο σε ορισμένα σημεία του πυκνού δάσους.Είχε καθαρίσει πια απ΄τα σύννεφα των προηγούμενων ημερών,σύννεφα που είχαν φέρει βροχή και βροχή που του ΄χε φέρει ένα συνάχι που τον ταλαιπωρούσε.Δεν θυμόταν να τον είχε ξαναδεί πιο «προικισμένο» από άστρα στην ζωή του και έψαχνε την άκρη της Μεγάλης Άρκτου σαν παιδί που ψάχνει το παιχνίδι που του ΄χουν κρύψει οι γονείς του.

Κι έπρεπε να κρατάει το κεφάλι του απασχολημένο,γιατί είχαν περάσει δυο βδομάδες τώρα,το φαγητό είχε τελιώσει και οι ανάσες γίνονταν κάθε βράδυ κι εντονότερες.

Όταν είσαι μόνος ο νους σου περιστρέφεται γύρω από τρία πράγματα.Το τι λάθη έχεις κάνει,το πως θα τ΄αποφύγεις-ακόμη κι αν κατά βάθος ξέρεις οτι θα συνεχίσεις να τα κάνεις-και το που κατευθύνεις την αγάπη σου.Στην περίπτωσή του,αυτό είχε ισχύ μόνο τις τρεις πρώτες μέρες μετά το ατύχημα…

  Για να μην πούμε τις τρεις πρώτες ώρες…

Αυτό που είχε σημασία πλέον ήταν η επιβίωση και να πάψει να κατηγορεί τον εαυτό του που ξέκανε όλα τα τρόφιμα πριν καλά καλά κλείσει το πενθήμερο.Κι αυτή η Μεγάλη Άρκτος πουθενά κι η νύστα τον καλούσε παρατεταμένα.Κι αυτός ο κορμός ήταν κομμένος και ραμμένος για την πλάτη του…

Μα τότε τον πλησίασαν αυτά,χωρίς βρυχηθμούς,χωρίς ουρλιαχτά…χωρίς προειδοποίηση…

Πετάχτηκε όρθιος και κοντοστάθηκε μπροστά τους.Φρόντισε να κρατήσει μια ασφαλή απόσταση,σοκαρισμένος απ΄το θέαμα κι αυτά με τη σειρά τους σταμάτησαν να τον πλησιάζουν και τον παρατηρούσαν διεξοδικά σαν να σκιαγραφούσαν τα συναισθήματα και τις σκέψεις του.

Αυτός προσπάθησε να τα κρύψει,αλλά δεν του περίσσευε κουράγιο.Τέντωσαν τα μακριά τους χέρια κι αυτά επεκτείνονταν προς το μέρος του,μέχρι που η παλάμη ενός άγγιξε το πρόσωπό του κι άρχισε να το επεξεργάζεται.Τα πόδια του έτρεμαν,η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και δοκίμασε να ψελλίσει κάποια προσευχή,αν και ποτέ του δεν πίστεψε σε κάποιο Θεό.

Παραδόξως μόλις βγήκαν οι πρώτες λέξεις απ΄το στόμα του,αυτά μάζεψαν τα χέρια τους κι έγειραν τα κεφάλια τους σαν σκυλιά που εκφράζουν την περιέργιά τους.Συνέχισε να προσεύχεται πιο έντονα κι εκείνα με πίσω βήματα απομακρύνονταν σιγά σιγά,λες και άφηναν με τις κινήσεις τους υπόσχεση πως θα ξανάρθουν.Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την προσευχή,λιποθύμησε,μην μπορώντας να αντέξει άλλο την ψυχική και σωματική εξάντληση που είχε υποστεί έως τώρα.Και κάπως έτσι,με κάποια τύχη μες στην ατυχία του,έφτασε στο τέλος της και η δέκατη πέμπτη ημέρα.

 

stock-footage-man-running-away-in-the-woods

Όταν άνοιξε τα μάτια του είχε πια ξημερώσει.Μάλιστα φαινόταν πως νύχτωνε ξανά.Η δίψα τον βασάνιζε.Έβγαλε απ΄τη τσάντα του ένα μικρό μπουκαλάκι νερού κι όσο το έβλεπε άδειο,τόσο πιο πολύ του ΄ρχοταν να βάλει τα κλάμματα.Για ακόμη μία φορά ευχήθηκε να ΄χε καεί μαζί με το ελικόπτερο,λίγο μετά την πρόσκρουση.

 

Δεν έβρεχε,όμως η παγωνιά χειροτέρευε την κατάστασή του κι έτσι έκανε να σηκωθεί και να περπατήσει για να ζεσταθεί.Περιπλανήθηκε άσκοπα στο δάσος κι επικρατούσε μια απίστευτη ησυχία που για κάποιο λόγο του έφτιαξε για λίγο την διάθεση.Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα φύλλα που χόρευαν στα κλαριά όποτε τα γαργάλαγε ο άνεμος και τα βήματά του στα λασπωμένα δρομάκια που ακολουθούσε.

Κοίταζε μονίμως χαμηλά,όχι για να μην πετύχει κάποιο φίδι πράγμα που άλλοτε έτρεμε,αλλά για να βρει αυτό το πολύχρωμο φυτό που αποτελούσε το μοναδικό του γεύμα τις τελευταίες μέρες.Το στομάχι του είχε δεθεί κόμπος και η όψη και μόνο τον φυτών αυτών ήταν σίγουρο πως θα τον χόρταινε.Επιτάχυνε το βήμα του όλο και περισσότερο,και το δασός γινόταν όλο και πυκνότερο όσο κατευθυνόταν οπουδήποτε.Δεν ήξερε αν είχε ξαναπεράσει από ΄κει.Δεν ήξερε που έπρεπε να πάει.Δεν ήξερε τι κακό είχε κάνει για να του αξίζει να βρεθέι σε μια τέτοια κατάσταση.Ήταν σαν να τον είχαν πετάξει σ΄ένα τεράστιο κουτί,χωρίς διέξοδο και απλά περίμενε να σταματήσει να αναπνέει και να ξαπλώσει στις λάσπες,μια μορφή λύτρωσης μετά απ΄όλα αυτά που είχε περάσει.Σε αντιδιαστολή με τους συνειρμούς του παρ΄όλα αυτά,το σώμα του εξακολουθούσε να ψάχνει για κάποιο γεύμα.

Κάποιοι το λένε ένστικτο.Άλλοι εγωισμό.Εκείνος δεν σκεφτόταν καν πως θα το ‘λεγε.Απλά προχωρούσε.

Δεν περίμενε ποτέ πως θα του έλειπαν τόσο οι άνθρωποι.Δεν περίμενε ποτέ πως θα του έλειπαν οι ανούσιες κουβέντες,μια καλημέρα ή ένα άντε γαμήσου.Δεν περίμενε ποτέ πως θα του έλειπαν τα φαγητά της γυναίκας του όσο κακή μαγείρισα και να ήταν.Δεν περίμενε ποτέ πως δεν θα την ξανάβλεπε…

Κάπου εκεί,πίσω από έναν θάμνο είδε επιτέλους το χρωματιστό γεύμα του.Με όση δύναμη του ΄χε απομείνει έτρεξε προς τις ρίζες και έπεσε ατσούμπαλα γονατιστός κόβωντάς τες με βία,καταπίνοντας με λαιμαργία,δίχως καλά καλά να μασήσει.Ίσως η προσευχή τελικά να ΄χε πιάσει τόπο.Ίσως και να ΄ταν θέμα τύχης.Προτιμούσε όμως να ΄ταν θεμα προσευχής.Γιατί την τύχη δεν την είχε με το μέρος του.

milestone-148

 

Μόλις καταβρόχθησε και την τελευταία ρίζα που θα μπορούσε να βρει,άρχισε να βήχει ξερά και κατάλαβε πως η αρρώστια είχε πια επιδεινωθεί.Κι έβηχε τόσο βροντερά,που δεν τους άκουσε να έρχονται,δεν τους άκουσε αν και αυτή τη φορά προειδοποίησαν με τις ανάσες τους και όταν γύρισε το κεφάλι προς τα πάνω τους είδε να τον κοιτάνε σε απόσταση αναπνόης,με τα μεγάλα πράσινα μάτια τους,με το μικρό σώμα αλλά με τα εξωφρενικά μακρυά άκρα τους.Το δέρμα τους έμοιαζε με αυτό των ερπετών και το ένιωσε ακριβώς έτσι όταν έπιασε το χέρι του ενός για να το απομακρύνει απ΄τον λαιμό του,δίχως όμως αποτέλεσμα.

 

 Και τότε όλα έγιναν πιο καθαρά.Κατάλαβε γιατί του άρεσαν οι βόλτες με το ελικόπτερο.Κατάλαβε γιατί δεν είπε ποτέ στην γυναίκα του ότι μαγειρεύει απαίσια.Κατάλαβε γιατί του άρεσε το ίδιο η ηρεμία του δάσους όσο και οι πολυσύχναστοι δρόμοι της πόλης.Κατάλαβε πως δεν ήταν θέμα ενστίκτου ή εγωισμόυ,μα πως ήταν θέμα απλής προτίμησης.Απλά προτιμούσε τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της.Κατάλαβε πως ήθελε να υπάρχει ο Θεός που δεν πίστευε και πως μπορεί να τον επινοέι όπως και όποτε θέλει.Κατάλαβε πως ζωή και Θεός είναι ένα.Κατάλαβε πως ίσως,σε μια παρερμηνεία της Αγίας Τριάδας,το τρίτο πρόσωπο ανάμεσα στην ζωή και τον Θεό να είναι αυτός.Και κατάλαβε πως για όλα αυτά δεν έπρεπε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

Αυτά μαζεύτηκαν τριγύρω του ψιθυρίζοντας πράγματα που δεν μπορούσε να καταλάβει.Τον πήραν σηκωτό και τα μάτια του θόλωναν,μέχρι που έκλεισαν εντελώς λίγο πριν δει την άκρη της Μεγάλης Άρκτου και το μόνο που ήταν σε λειτουργία πλέον ήταν η ακοή του.Τα άκουγε να συζητάνε μεταξύ τους και φαίνονταν αναστατωμένα,μα εκείνος είχε πια παραδοθεί κι αυτή τη φορά ούτε προσευχήθηκε,ούτε σκέφτηκε τα γυναίκα του,μόνο χαμογέλασε για ότι είχε προλάβει να ζήσει ως μια τριανταδυάχρονη κουκίδα στο σύμπαν.

Το τέλος της δέκατης έκτης μέρας τον βρήκε σ΄ένα κρεβάτι ενός κρύου και κατάλευκου δωματίου.Άκουγε το μηχάνημα που μέτραγε τους σφυγμούς του μα δεν μπορούσε να μιλήσει.Μια γυναίκα στεκόταν δίπλα του,κρατώντας του το χέρι.Και ο τρόπος που τον κράταγε του φαινόταν γνώριμος και το δέρμα της ήταν ανθρώπινο.Και ήλπιζε να μην είχε φέρει μαζί της φαγητό απ΄το σπίτι.

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s